Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Τα πανηγύρια του Χειμώνα.

Το πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους και του Αγίου Αθανασίου στο Κασνέσι είναι από τα ελάχιστα στην περιοχή ,πού γίνονται Χειμώνα.
Για άλλη μια χρονιά πλησιάζει η γιορτή του Αγίου Χαραλάμπους και το πανηγύρι του χωριού μας. Με την ευκαιρία της μεγάλης αυτής γιορτής του τόπου μας έρχονται αναπόφευκτα στο μυαλό μας μνήμες του παρελθόντος. Τότε που κόσμος από τα γύρω χωριά και όχι μόνο συνέρρεε , από την παραμονή κιόλας της γιορτής, να προσκυνήσει και να τιμήσει τον Άγιο.
Οι πραματευτάδες και οι μικροπωλητές έπαιρναν θέση δεξιά και αριστερά της ανηφόρας για την εκκλησία. Όλα τα καφενεία του χωριού, και όχι όπως σήμερα ένα ή δυο μαγαζιά, το βράδυ της προηγούμενης μέρας και ανήμερα μετατρέπονταν σε πάλκα. Ο κόσμος τα γέμιζε ασφυκτικά. Και διασκέδαζε.
Οι πιτσιρικάδες με κολλημένα τα προσωπάκια τους στην τζαμαρία προσπαθούσαν να δουν. Σήμερα βέβαια τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Με αφορμή τις αλλαγές, που έχουν συντελεστεί με το πέρασμα των χρόνων, τόσο στο νόημα των τότε πανηγυριών όσο και στον τρόπο διασκέδασης, σας παραθέτουμε ένα ενδιαφέρον κείμενο από το ΠΟΝΤΙΚΙ- art , το οποίο αποτυπώνει με τον πιο αιχμηρό και γλαφυρό τρόπο τη φιλοσοφία των σημερινών πανηγυριών και όσων συμμετέχουν σε αυτά.

Τα πανηγύρια του θέρους.

Στη Δυτική Ελλάδα, ας πούμε από Κυπαρισσία μέχρι πάνω στο Αγρίνιο, τα χωριά είναι πληγωμένα από κουφώματα αλουμινίου, τα χωράφια είναι φίσκα στα χημικά λιπάσματα, τα παραθαλάσσια «rooms to let» στοιχίζουν ο κούκος αηδόνι και, τώρα το καλοκαίρι, οι τοπικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί μεταδίδουν συνεχώς ατελείωτες διαφημίσεις για τα «πανηγύρια» κάθε περιοχής. Από το Καλό Νερό στα σύνορα Μεσσηνίας - Ηλείας μέχρι την Αμφιλοχία Αιτωλοακαρνανίας αντιλαλούν οι… λαγκαδιές:
Από τα σουξέ της Έφης Θώδη, από ηλεκτρικά παραμορφωμένα κλαρίνα και ξεπερασμένα γιαπωνέζικα «σίνθια» που κρατούν τον ρυθμό σε αγνώριστες «Ιτιές», «Παπαλάμπραινες» και «Μελαχρινάκια».

«Προσφέρονται σουβλάκια και μπίρες» γράφουν οι αφίσες στα δέντρα και τις κολόνες της ΔΕΗ. Α, και στη Μεσσηνία κυριαρχεί η τοπική γαστριμαργική trademark: «γουρνοπούλα» – με «σύνθλιψη» του μεσαίου «ου» στην τοπική προφορά. Ε, ρε γλέντια… Κι όμως: ΔΕΝ είναι αυτό πανηγύρι! Δεν είναι πανηγύρι οι πλαστικές πολυθρόνες, το κρέας στη λαδόκολλα, τα πλαστικά πιάτα και μαχαιροπίρουνα, τα άδεια κουτάκια μπίρας, τα προχειροστημένα πάλκα για τα άγνωστα λαϊκά και δημοτικά «ονόματα», όλη αυτή η... φασαρία που αρχίζει ως πυροτέχνημα μόλις πέσει ο ήλιος για να σφυρίξουν τη λήξη της τα ξημερώματα οι μεθυσμένοι επαρχιώτες αγκαλιά με τους ντυμένους φτηνές κινέζικες βερμούδες τουρίστες του Δεκαπενταύγουστου. Κάποτε, όχι πολύ παλιότερα, τα πανηγύρια, ειδικά από το Πάσχα και μετά, ήταν ορόσημο για την τοπική κοινωνία. Του ʼη-Γιώργη, του Aγίου Κωνσταντίνου, του Αγίου Πνεύματος, του ʼη-Γιάννη του Ρηγανά, της Αγίας Μαρίνας, του Προφήτη Ηλία, με κορύφωση τον Δεκαπενταύγουστο, ιδού πώς οριζόταν ο χρόνος. Τα πανηγύρια ήταν αφορμή για αντάμωμα των ξενιτεμένων, ανάπαυλα από τον κάματο της δουλειάς, ξεφάντωμα, και την ίδια στιγμή επαφή με το θείο στοιχείο με τρόπο γήινο και κοινωνικό.

Σήμερα, το πρώτο που μας διαφεύγει είναι ότι η βασική αιτία ήταν μια θρησκευτική γιορτή, γύρω από την οποία στηνόταν το πανηγύρι, ακολουθώντας σαφείς ιεροτελεστικές πρακτικές που κατέληγαν (μέσα από πολυήμερη διαδρομή) στο λυτρωτικό γλέντι. Τι από αυτά μπορεί κανείς να ξετρυπώσει στην καλοκαιρινή Ελλάδα του σήμερα; Περισσότερα από όσα ενδεχομένως φαντάζεται! Δεν εννοούμε φυσικά το παν-ποντιακό προσκύνημα της Παναγίας Σουμελά – σας παραπέμπουμε για cult σκηνές στην ταινία «Δεκαπενταύγουστος» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη. Ούτε τα «εύκολα» παρο-ναξιακά ή ρουμελιώτικα πανηγύρια της αθρόας τουριστικής προσέλευσης με τα Greek Artάδικα κιτς περίπτερα των σουβενίρ και τις αθηναίες κυρίες με τις έθνικ σαγιονάρες και τα καφτάνια προσφορά των περιοδικών.

Όποιος αναζητεί κάτι από τη γνήσια αισθητική του πανηγυριού θα πρέπει να πάει μακρύτερα, σε χιλιόμετρα δύσκολης οδήγησης ή ώρες μακρόσυρτες εν πλω σε βαριά σκαριά που καλύπτουν δωδεκανησιακές διαδρομές. Εν αρχή ην η Ήπειρος. Πριν από κάνα δυο αιώνες ο Ιούλιος και ο Αύγουστος ήταν οι μήνες των καραβανιών. Σήμερα αυτοί οι μήνες συνεχίζουν να οδηγούν σε ανταμώματα, τα οποία διατηρούν κάτι από το χρώμα του (προ)χθες. Στο Συρράκο, στους Καλαρρύτες, στο Δίστρατο, αλλά και στα πέριξ της ʼΑρτας, κάτω από πλατάνια που δεν γνώρισαν καύσωνα και σε πλατείες που σοβάς και τσιμέντο δεν έκρυψαν τις πέτρες των σπιτιών, στήνονται πανηγύρια που διαρκούν πάνω από δυο μέρες. Κλαρίνα και ντέφια ηπειρώτικα σηκώνουν σε τρανούς χορούς τους ντόπιους, και αργότερα με τον χρόνο να εντάσσει και τους επισκέπτες στο γλέντι, μπορεί κανείς να ακολουθήσει τους χορευτές «στα δυο» ή στους συγκαθιστούς. Πιο πάνω, στη Μελίτη Φλώρινας (20 Ιουλίου, του Προφήτη Ηλία), στο Δοτσικό Γρεβενών (26, 27 και 28 Ιουλίου, της Αγίας Παρασκευής), στη Βλάστη Κοζάνης (τριήμερο πανηγύρι τον Δεκαπενταύγουστο), στα Μεγάλα Λιβάδια Κιλκίς (βλαχοχώρι στα…1.200 μέτρα, στο όρος Πάϊκο, επίσης τον Δεκαπενταύγουστο) οι γιορτές θυμίζουν ότι τον μακεδονικό χώρο δεν κατοίκησαν μόνον ελληνόφωνοι, αλλά, μεταξύ άλλων, και βλάχοι και σλαβόφωνοι συμπολίτες μας που οι απόγονοί τους τώρα ανταμώνουν ξανά, τραγουδάνε στη μητρική γλώσσα τους, χορεύουν και συγκινούνται. Και μακριά από μας οι εξίσου γελοίες ρητορίες είτε περί «καθαρών ελληνικών φυλών» είτε περί «εθνοπροδοτών». Και επειδή πανηγύρι δεν είναι μόνο… μάσα μέχρι σκασμού, είναι προπάντων τελετουργία με αρχή, μέση, τέλος και ώρα για το καθετί, με πολλή χαρά αλλά και κατάνυξη, αξίζει να στρίψει κανείς προς Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, Αγία Ελένη Σερρών ή Κερκίνη στις 27 Ιουλίου, ανήμερα του Αγίου Παντελεήμονα, για να παρακολουθήσει τα καλοκαιρινά πανηγύρια των αναστενάρηδων.

Αν δείξει καλή διαγωγή (υπομονή, σεβασμό, σιωπή) πολλά θα δει, πιο πολλά θα καταλάβει και ακόμη περισσότερα θα νιώσει. Ύστερα από μια ολόκληρη μέρα μουσικής και ιερού χορού, το βράδυ ανάβει η πυρά, ακολουθεί η πυροβασία και…δεν φεύγει κανείς (μόνο τα τηλεοπτικά συνεργεία – στα τσακίδια!), γιατί ακολουθεί κοινό φαγητό, ευχές από καρδιάς και, αν όλα έχουν πάει καλά, χορός με τους επισκέπτες – στο αναστενάρικο «κονάκι», όχι στα κάρβουνα!

Τώρα, προσοχή! Η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη κρύβουν ακόμη ένα δυο μυστικά, αλλά, σαν τα δύσκολα σταυρόλεξα, «για πολύ λίγους». Είναι καταρχήν τα πανηγύρια των «πεχλιβάνηδων», δηλαδή των λαϊκών παλαιστών από την Ελλάδα, την Τουρκία ή τη Βουλγαρία, που γυμνοί από τη μέση και πάνω και αλειμμένοι με λάδι παλεύουν σώμα με σώμα συνοδεία μουσικής, δηλαδή νταουλιού και ζουρνά – ανακαλύψτε τα στα περίχωρα της Κομοτηνής. Και στην ακριτική, μα την… πολύ ακριτική Θράκη, τέλη Αυγούστου στα βουνά της Ροδόπης υπάρχει ο συγκρητισμός θρησκειών και τρόπων: υπάρχουν τα «μπεκτασίδικα» πανηγύρια, αυτά των σιιτών μουσουλμάνων της Nότιας Βαλκανικής. Ένα από τα πιο προσβάσιμα είναι αυτό της κορυφής Χίλια στη Ροδόπη τον Δεκαπενταύγουστο, όπου γίνονται εντυπωσιακά κουρμπάνια (θυσίες ζώων) με προσκύνημα στους τεκέδες (μοναστήρια) από τους «δικούς μας» μπεκτασήδες: τους πομάκους, τουρκογενείς ή τσιγγάνους μουσουλμάνους της Ελλάδας!

Το μυαλό ανοικτό, τα λόγια λίγα, το βλέμμα να καταγράφει τη μυσταγωγική εμπειρία. Και από Θράκη πάμε νοτιοανατολικά, στα Δωδεκάνησα, με μια στάση στην Ικαρία, με τα φημισμένα και αξημέρωτα βιολοπανήγυρα στον οργιαστικό ρυθμό του «ικαριώτικου» χορού. Μόνη ένσταση το πόσο δημοφιλές είναι το νησί στα… «γκρουβάλια», νεολογισμός (εκ του… «groovy») προς περιγραφή των «ράστα» νεαρών που έχουν την αίσθηση ότι το πανηγύρι είναι αναγκαστικά ρέιβ πάρτυ και πολλές φορές τα κάνουν όλα... ίσιωμα στο «κόκκινο» νησί. Παιδιά, πιο χαλαρά, πιο… ταπεινά.

Πιο νότια, υπάρχουν τα δύο «μοναχικά» νησιά ανάμεσα στην Κρήτη και τα Δωδεκάνησα: η Κάρπαθος και η Κάσος. Η εμπροσθοφυλακή είναι αδιαφιλονίκητα τα καρπάθικα πανηγύρια μιλάμε για χωριά ολόκληρα που (ξε)σηκώνονται, προσκυνάνε ευλαβικά, τρώνε, πίνουν, χορεύουν και τραγουδάνε για μερόνυχτα. Κάθε καλοκαίρι στα τέλη Αυγούστου ξεκινά μια σειρά πανηγυριών για γερά ποδάρια και γερά... νεύρα, γιατί εδώ ο χρόνος κυλά αλλιώς και τα πράγματα ξετυλίγονται τις πρώτες ώρες αργά, όπως ο ρυθμός στην καρπάθικη λύρα. Το πρώτο «ραντεβού» είναι στις 28 Αυγούστου, στο πανηγύρι του ʼη-Γιάννη της Βρουκούντας, μια «εκκλησία/σπηλιά» δίπλα στη θάλασσα, χωρίς οδική πρόσβαση. Από το ορεινό χωριό Όλυμπος της Καρπάθου κατεβαίνουν όλοι, ντόπιοι και ξένοι προσκυνητές, το στενό μονοπάτι στα κατσάβραχα. Η κατάβαση διαρκεί γύρω στη μία ώρα. Η μουσική ξεκινά αργόσυρτα για να ανέβει σταδιακά ο ρυθμός σε συρματερά τραγούδια τα ξημερώματα και τελικά να βρει το πρώτο φως του ήλιου τους λυράρηδες με τα δοξάρια να έχουν πάρει φωτιά! Οι μουσικοί αλλάζουν βάρδιες και οι χορευτές συνεχίζουν, πλαγιάζουν για λίγο, σηκώνονται και ξαναχορεύουν.

Παρόμοιες «ομορφιές» συμβαίνουν και στο νησάκι Σαρία, έναν βράχο βόρεια της Καρπάθου, στις 6 Σεπτεμβρίου, οπότε και κλείνει ο χορταστικός κύκλος των καλοκαιρινών καρπαθίτικων πανηγυριών – τα ενδιάμεσα πανηγύρια ρωτήστε και… ανακαλύψτε τα μόνοι σας!

Στη μικροσκοπική Κάσο, διαμαντάκι είναι το πανηγύρι του ʼη-Μάμμα, στις 2 Σεπτέμβρη, σε ψηλή κορφή, παρέα με το νυχτερινό στερέωμα.

Όσο για την Κρήτη, τα περισσότερα πανηγύρια έχουν δυστυχώς αλωθεί από τα «σκυλοκρητικά» τραγούδια. Ωστόσο, ο κρητικός λαϊκός πολιτισμός αντιστέκεται δυνατά στα πολυάριθμα ιδιωτικά «παρεάκια» – τις παρέες δηλαδή οι οποίες στήνουν εξαιρετικά γλέντια σε σπίτια και σε ταβέρνες. Αυτά είναι μερικά από τα «γνήσια» (στην… «ούγια») πανηγύρια της θερινής ελληνικής επικράτειας. Όποιος συμμετέχει σε αυτά, δεν το κάνει για πλάκα. Πάει διαβασμένος, έχοντας ψυλλιαστεί, ξέροντας «τι παίζει» και πώς να φερθεί.

Αφήνει πίσω τη νοοτροπία του τουρίστα, σέβεται χρόνους και συμπεριφορές των ντόπιων, δεν επεμβαίνει στη διαδικασία, συμμετέχει όσο και όταν του επιτρέπεται από την κοινότητα η οποία πανηγυρίζει. Εκπαιδεύει τα βλαστάρια του, εφόσον ανήκει στη συμπαθή κατηγορία «γονείς με παιδιά σε διακοπές», να είναι όσο γίνεται καλόβολα.

Και πάνω από όλα, σε πανηγύρια ή αλλού, αφήνει πίσω τον τσιμεντένιο εαυτό του. Αληθινό πανηγύρι από τη μια και μεγαλούπολη από την άλλη, με τρεξίματα, πιστωτικές κάρτες, δόσεις για το αυτοκίνητο, καριέρα και «λίγες μερούλες διακοπές, μωρέ…» δυστυχώς δεν συμβιβάζονται…

(Ποντίκι, 27.7.2006)

Δεν υπάρχουν σχόλια: